Ψάρι / Νέοπας / Στραβάδι
Κατηγορία: slang
Γλωσσάρι
Ο ολοκαίνουργιος, άπειρος στρατιώτης. Η ετυμολογία του «ψαριού» προκύπτει από το γεγονός ότι «έχει ακόμα πολλά λέπια» και «κολυμπάει εντελώς χαμένος στα βαθιά» της νέας στρατιωτικής πραγματικότητας. Νέοπας: συντομογραφία του «νεοσύλλεκτος». Στραβάδι: υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τον νέο που κάνει συνεχώς λάθη. Ο διαχωρισμός Νέων και Παλιών είναι καθολικός και διαχρονικός σε όλους τους στρατούς του κόσμου.