Βύσμα (Άκρη / Μέσο)
Κατηγορία: slang
Γλωσσάρι
Άτομο σε υψηλή θέση εξουσίας (στρατιωτικός, πολιτικός, κληρικός) που παρεμβαίνει στο παρασκήνιο για την ευνοϊκή τοποθέτηση ή τη χορήγηση προνομίων/αδειών σε συγκεκριμένο στρατιώτη. Το «βύσμα» αποτελεί την πιο ισχυρή άγραφη μορφή εξουσίας εντός του στρατεύματος, καθώς μπορεί να μεταβάλει ριζικά την πορεία της θητείας κάποιου.