Λελέ / Λελεδόνια
Κατηγορία: slang
Γλωσσάρι
ΛΕΛΕ: Απολύομαι. Η ετυμολογία προέρχεται από το «έ-ΛΕ-γα» των αριθμών αντίστροφης μέτρησης στο ημερολόγιο της θητείας. ΛΕΛΕΔΟΝΙΑ: Τα φανταστικά πουλιά που «κελαηδούν» το τραγούδι της απόλυσης — χρησιμοποιείται ως χλευασμός των παλαιών προς τους νέους που αργούν ακόμα να απολυθούν.